αποπλύνω

αποπλύνω
(αόρ. απόπλυνα) μετ.
1) выполаскивать; 2) отстирывать, отмывать; 3) перен. смыть (оскорбление и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "αποπλύνω" в других словарях:

  • ἀποπλυνῶ — ἀποπλύνω wash well fut ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀποπλύνω wash well fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποπλύνω — και αποπλένω υνα, ύθηκα, υμένος 1. ξεπλένω, καθαρίζω: Απόπλυνα τα ρούχα κι έγιναν πεντακάθαρα. 2. ξεπλένω προσβολή, βρισιά κτλ. που μου έγινε, εκδικούμαι: Για να αποπλύνει, όπως νόμιζε, την προσβολή που του είχε κάνει, τον πυροβόλησε και τον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποπλύνω — ἀ̱ποπλύ̱νω , ἀποπλύνω wash well aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀποπλύ̱νω , ἀποπλύνω wash well aor subj act 1st sg ἀποπλύ̱νω , ἀποπλύνω wash well pres subj act 1st sg ἀποπλύ̱νω , ἀποπλύνω wash well pres ind act 1st sg ἀποπλύ̱νω , ἀποπλύνω wash… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποπλύνω — βλ. αποπλένω …   Dictionary of Greek

  • ἀποπλῦνον — ἀποπλύνω wash well pres part act masc voc sg ἀποπλύνω wash well pres part act neut nom/voc/acc sg ἀποπλύνω wash well pres part act masc voc sg ἀποπλύνω wash well pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπλυνεῖς — ἀποπλύνω wash well fut ind act 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀποπλύνω wash well fut ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπλυνθείς — ἀποπλύνω wash well aor part pass masc nom/voc sg ἀποπλύνω wash well aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπλῦναι — ἀποπλύνω wash well aor inf act ἀποπλύνω wash well aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπεπλύνθη — ἀποπλύνω wash well aor ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποπλύνῃ — ἀποπλύ̱νῃ , ἀποπλύνω wash well aor subj mid 2nd sg ἀποπλύ̱νῃ , ἀποπλύνω wash well aor subj act 3rd sg ἀποπλύ̱νῃ , ἀποπλύνω wash well pres subj mp 2nd sg ἀποπλύ̱νῃ , ἀποπλύνω wash well pres ind mp 2nd sg ἀποπλύ̱νῃ , ἀποπλύνω wash well pres subj… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόπλυνε — ἀ̱πόπλῡνε , ἀποπλύνω wash well aor ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀ̱πόπλῡνε , ἀποπλύνω wash well imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀπόπλῡνε , ἀποπλύνω wash well pres imperat act 2nd sg ἀπόπλῡνε , ἀποπλύνω wash well pres imperat act 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»